Η χοληστερόλη (ή χοληστερίνη, όπως αλλιώς συνηθίζεται να λέγεται) είναι μια από τις πιο σημαντικές αιματολογικές τιμές που μετράμε προκειμένου να αξιολογήσουμε την κατάσταση της υγείας μας. Όμως, η αντίληψή μας γύρω από την έννοια αυτής της ουσίας είναι λίγο μπερδεμένη, αφού προκύπτει από διάφορες τιμές. Τι ακριβώς σημαίνει όταν ακούμε για «υψηλή χοληστερίνη» και πώς επηρεάζει την υγεία μας; Σε αυτό το άρθρο, θα εξερευνήσουμε τα βασικά ζητήματα που αφορούν τη μέτρηση της χοληστερόλης και θα αποκωδικοποιήσουμε τις πληροφορίες που λαμβάνουμε από τη μέτρησή της, για να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημασία της εξέτασης της χοληστερόλης.
Τι είναι η χοληστερόλη;
Η χοληστερόλη είναι μία κηρώδης λιπαρή ουσία, την οποία βρίσκουμε σε κάθε κύτταρο του οργανισμού μας. Την παράγει φυσιολογικά το ήπαρ μας, την προσλαμβάνουμε όμως κι από ορισμένα τρόφιμα, όπως το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Όπως τα περισσότερα συστήματα του ανθρώπινου οργανισμού, η χοληστερόλη παίζει έναν περίπλοκο ρόλο στον τρόπο που ο οργανισμός λειτουργεί. Κι ενώ είναι απαραίτητη για ορισμένες λειτουργίες μας, η υπερβολική ποσότητα από το λάθος είδος (καλή/κακή), μπορεί να συνεπάγεται υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου.
Ποιες τιμές εξετάζουμε όταν θέλουμε να ελέγξουμε την ολική χοληστερόλη;
Όταν ελέγχουμε τη χοληστερόλη μας αναφερόμαστε ουσιαστικά σε ένα σύνολο τεσσάρων εξετάσεων που μετράνε το ποσοστό λιπιδίων στο αίμα:
- την ολική χοληστερόλη
- την HDL χοληστερόλη, τη λεγόμενη και «καλή» χοληστερίνη
- την LDL χοληστερόλη, τη λεγόμενη και «κακή» χοληστερίνη
- τα τριγλυκερίδια
Γιατί θέλουμε να έχουμε υψηλή τιμή HDL και χαμηλή τιμή LDL;
Η χοληστερόλη είναι ένα από τα δύο κύρια λιπίδια που κυκλοφορούν στο αίμα μας (το άλλο είναι τα τριγλυκερίδια). Ο βασικός της ρόλος είναι να μεταφέρει «καύσιμο», το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενέργειας, αλλά και υλικά για τις επισκευές των κυτταρικών μεμβρανών.
Η μεταφορά της χοληστερόλης στο αίμα γίνεται με τη χρήση ειδικών πρωτεϊνών, που ονομάζονται λιποπρωτεΐνες. Οι βασικές λιποπρωτεΐνες είναι η LDL, η HDL και η VLDL.
Η LDL λιποπρωτεΐνη περιέχει περίπου 45% χοληστερίνη και λέγεται και «κακή» χοληστερίνη, γιατί σε αυξημένα επίπεδα, παραμένει στο κυκλοφορικό όπου και σχηματίζει πλάκες (αρτηριοσκληρυντικές πλάκες) στα αρτηριακά τοιχώματα. Ο ρόλος της όμως σε φυσιολογικά επίπεδα είναι επιδιορθωτικός, καθώς χρησιμοποιείται από τον οργανισμό ως υλικό για να επισκευάζονται οι κυτταρικές μεμβράνες.
Η HDL λιποπρωτεΐνη αποτελείται κατά το ήμισυ από πρωτεΐνη και μόλις κατά 20% από χοληστερίνη και λέγεται «καλή» χοληστερίνη γιατί καθαρίζει την πλεονάζουσα χοληστερίνη από το αίμα. Με αυτόν τον τρόπο δεν επιτρέπει την εναπόθεση χοληστερίνης στα αρτηριακά τοιχώματα, κι έτσι οι αρτηρίες παραμένουν καθαρές.
Η VLDL έχει μικρά ποσοστά χοληστερίνης και περιέχει κυρίως τριγλυκερίδια.
Πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι όσο πιο χαμηλά είναι τα επίπεδα της «κακής»- LDL χοληστερόλης τόσο μικρότερος ο Καρδιαγγειακός Κίνδυνος.
Οι ειδικοί έκαναν λόγο για πολύ κρίσιμο ρόλο του γιατρού στη συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπεία. Εκτός από τη χορήγηση της ειδικής αγωγής, ο γιατρός πρέπει να καλεί τον πάσχοντα να αλλάζει τρόπο ζωής, διακόπτοντας την καπνιστική συνήθεια, ακολουθώντας την κατάλληλη δίαιτα, χάνοντας βάρος και ακολουθώντας πρόγραμμα σωματικής άσκησης.
Ποιοι πρέπει να τσεκάρουν την χοληστερόλη τους;
Όλοι, παιδιά και ενήλικες, ανεξαρτήτως επιπέδου υγείας. Αυτό το οποίο αλλάζει είναι η συχνότητα, με την οποία πρέπει να επαναλαμβάνεται αυτή η εξέταση.
Τα παιδιά μια ή δύο φορές έως ότου γίνουν 18 ετών, εκτός αν έχουν οικογενειακό ιστορικό ή παχυσαρκία. Οι υγιείς ενήλικες επίσης μία φορά το χρόνο. Σε περίπτωση που έχουν πρόβλημα υγείας/παχυσαρκίας, αναλόγως τις συστάσεις του κλινικού γιατρού τους.
